φίλος

-ίλεος, τὸ, Α
φιλία.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αμφβλ. τ. που μπορεί να θεωρηθεί ως μεταπλασμένος τής λ. φιλία, κατά τα σιγμόληκτα ουδ. μῖσος, νεῖκος].
————————
-η, -ο / φίλος, -η, -ον, ΝΜΑ, θηλ. και φίλαινα Ν, θηλ. και -ος Α
1. αγαπητός, προσφιλής (α. «φίλο έθνος» β. «μηκέτι, παῑδε φίλω, πολεμίζετε, μηδέ μάχεσθον», Ομ. Ιλ.)
2. ο φιλικά διακείμενος απέναντι σε κάποιον ή σε κάτι, αυτός που αγαπά κάποιον ή κάτι (α. «φίλος τού βιβλίου» β. «φίλαν ξένων ἄρουραν», Πίνδ.)
3. το αρσ. και θηλ. ως ουσ. ο φίλος και η φίλη
α) άτομο με το οποίο συνδέεται κανείς με αμοιβαία αγάπη και αφοσίωση (α. «είναι αχώριστοι φίλοι» β. «τῆλε φίλων ἀπόληται», Ομ. Οδ.)
β) εραστής, ερωμένος (α. «συζεί με τον φίλο της» β. «λόγοις δ' ἐγὼ φιλοῡσαν οὐ στέργω φίλην», Σοφ.)
4. (η κλητ. τού αρσ.) φίλε
χρησιμοποιείται ως προσφώνηση, όταν απευθύνεται κανείς σε ένα άγνωστο πρόσωπο
5. φρ. (λόγ.) «φίλα φρονώ» — τρέφω φιλικά αισθήματα
νεοελλ.
φρ. α) «αγάπα τον φίλο σου με τα ελαττώματά του» — δηλώνει ότι η φιλία συγχωρεί τα ελαττώματα τών φίλων
β) «μια τού φίλου, δυο τού φίλου, τρεις και η κακή του μέρα» — δηλώνει ότι, ακόμη και απέναντι σε πρόσωπα τόσο αγαπητά όσο οι φίλοι, υπάρχει ένα όριο ανοχής
γ) «από μακριά και φίλοι» — λέγεται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν είναι δυνατή η ύπαρξη μιας πραγματικής φιλίας και είναι καλύτερο να διατηρούνται οι τύποι και οι αποστάσεις
δ) «δείξε μου τον φίλο σου, να σού πω ποιος είσαι» — δηλώνει ότι κάθε άνθρωπος κρίνεται από το περιβάλλον με το οποίο συναναστρέφεται
αρχ.
1. σύμμαχος («εἰ πολλάκις καὶ φίλοι καὶ πολέμιοι γενόμενοι Λακεδαιμονίοις», Ξεν.)
2. (για πράγμ.) ευχάριστος, τερπνός («αἰεὶ δ' ἡμῑν δαίς τε φίλη κίθαρίς τε χοροί τε», Ομ. Οδ.)
3. αυτός που είναι προσκολλημένος σε κάτι
4. (στον Όμ. και σε άλλους ποιητές) (συν. σχετικά με μέλη τού σώματος ή με τη ζωή τού ομιλούντος) ο δικός (α. «κατεπλήγη φίλον ἦτορ», Ομ. Ιλ.
β. «φίλον κατὰ λαιμόν», Ομ. Ιλ.)
5. (το αρσ. στον πληθ. ως ουσ.) οἱ φίλοι
α) οι οικείοι
β) οι κοντινοί συγγενείς
6. το θηλ. ως ουσ. ἡ φίλη
α) η μητέρα ως το κατ' εξοχήν αγαπητό πρόσωπο
β) η σύζυγος
7. το ουδ. ως ουσ. τὸ φίλον
αντικείμενο αγάπης («ὅτι καὶ πόλις τέτροφεν ἄφιλον ἀποστυγεῑν καὶ τὸ φίλον σέβεσθαι», Σοφ.)
8. (το ουδ. χωρίς ἀρθρ. ως προσφώνηση προσ.) φίλον
αγάπη μου
9. φρ. α) «φίλα ποιοῡμαι τινι» — κάνω φιλικές προτάσεις σε κάποιον (Ηρόδ.)
β) «κουρίδιος φίλος» — ο σύζυγος (Ομ. Οδ.)
γ) «οἱ πρώτοι φίλοι» — ονομασία αξιώματος στην αιγυπτιακή αυλή επιγρ.
δ) «φίλος πόνος» — ο συνήθης κόπος (Θεόκρ.)
στ) «φίλον ἐστί [ή γίγνεταί] μοι» — μού είναι αγαπητό, μού αρέσει (Ομ. Οδ.).
επίρρ...
φίλως Α
φιλικά, με αγάπη.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ.. Παρά τις διάφορες απόψεις που έχουν διατυπωθεί, δυσερμήνευτο παραμένει το θ. τής λ. φίλος. Κατά μία άποψη, μάλλον αβέβαιη, η λ. και τα παρ. της ανάγονται σε θ. φιλο- (όπου το -λο- είναι επίθημα), ενώ ένα θ. φιλ- που εμφανίζεται συχνά είναι δευτερεύον και όλοι οι σχηματισμοί από αυτό το θ. θεωρούνται αναλογικοί. Έτσι, τα παραθετικά φιλ-ίων, φίλ-ιστος < φίλος, κατά τα κακίων, κάκιστος < κακός, ενώ οι τ. φίλτερος, φίλ-τατος κατά τα φέρτερος, φέρτατος. Ο μεσ. αόρ. φίλατο τού ρ. φιλώ έχει σχηματιστεί μέσω ενός τ. ενεργ. αορ. *ἔφιλα αναλογικά προς το σχήμα δοκῶ: ἔδοξα και όχι μέσω ενός αμάρτυρου ρ. *φίλλω (πρβλ. τίλλω: ἔτιλα). Όσο για την εναλλαγή φιλο- / φιλτο- στο ανθρωπωνύμιο Φιλ- (τ)όξενος πρβλ. Κλει(τ)ομένης, Φαν(τ)αγόρας. Ωστόσο, πιθανότερη και οικονομικότερη θεωρείται η άποψη ότι η οικογένεια αυτή τών λ. ανάγεται σε ένα αρχικό θ. φιλ- που είναι ανεξάρτητο από το θ. φιλ-ε-/ο-. Με αφορμή την ομηρική χρήση τής λ. ως κτητικού και την μορφολογική ομοιότητά της με το λυδ. bilis «δικός του / της» (< bi- «αυτός»), η λ. φίλος υποστηρίζεται ότι είναι ανεξάρτητος σχηματισμός τού γλωσσ. υποστρώματος, παράλληλος προς την αυτοπαθή αντων. σφι (πρβλ. και τους τ. τής Γερμανικής: γοτθ. swes, αρχ. άνω γερμ. swās «ίδιος, δικός μου» < ΙΕ ρίζα *swe, βλ. λ. ). Η άποψη αυτή, όμως, προσκρούει σε φωνολογικές δυσχέρειες, παρά την ύπαρξη τού λακων. τ. φι(ν) τής δοτ. σφιν τής αντων. σφεῖς*. Άλλες συνδέσεις τής λ., τέλος, όπως με το α' συνθετικό Bil- τών γερμ. κύριων ον. Bil(i)-frid, Bili-grad ή με το σλαβ. milb «αγαπητός», θεωρούνται ακόμα λιγότερο πιθανές. Σημασιολογικά, η λ. φίλος χαρακτηρίζεται από μεταβλητότητα. Λειτουργεί και ως ουσ. και ως επίθ., τόσο με ενεργ.όσο και παθ. σημ. Το ουσ. χρησιμοποιείται κυρίως για να δηλώσει καθέναν από τους δύο που συνδέονται με δεσμούς φιλοξενίας, είτε τον φιλοξενούμενο είτε αυτόν που φιλοξενεί, εκφράζοντας στην κυριολεξία όχι τόσο μια συναισθηματική σχέση, όσο τη συμμετοχή σε μια σχέση ή ένα σύνολο, τον ρόλο που έχει κατά κάποιο τρόπο αποκτηθεί. Αυτή η έννοια τής αναπαλλοτρίωτης κτήσης απαντά και στον Όμηρο, όπου το επίθ. φίλος λειτουργεί ως κτητικό για να προσδιορίσει τις λ. εἵματα, ἦτορ, θυμός κ.ά. Ως επίθ. επίσης, η λ. αναφέρεται σε πρόσ. ή πράγματα με παθ. σημ. «αγαπητός» αλλά και, σπανιότερα, ενεργ. «αυτός που αγαπά». Η έννοια τής αγάπης και τής φιλίας, αν και δευτερεύουσα, είναι αρχαιότατη, ήδη απο τη μυκην. εποχή, γι' αυτό και η λ. χρησιμοποιήθηκε και για τους συγγενείς που μένουν στην ίδια εστία. Στη Μυκηναϊκή, η λ. απαντά ως α' συνθετικό ανθρωπωνυμίων (πρβλ. μυκην. pirokate = *Φιλοκάρτης / Φιλοκράτης, piropatara = Φιλοπάτρα). Ως β' συνθετικό, η λ. απαντά με τις μορφές: α) -φιλος είτε με σημ. «αυτός που έχει φίλους» (πρβλ. ά-φιλος, πολύ-φιλος) είτε με σημ. «αυτός που αγαπά» (πρβλ. πονηρό-φιλος), και β) -φιλής, που έχει σχηματιστεί από το ρ. φιλῶ, μέσω ενός ουδ. *φῖλος, κατά τα -αλγής: ἀλγῶ: ἄλγος, -μισής: μισῶ: μῖσος και έχει σημ. «αυτός που αγαπά ή αγαπιέται» (πρβλ. δυσ-φιλής, θεοφιλής).
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) βλ. λ. φιλ(ο)- (Β' συνθετικό) α) σε -φιλος: άφιλος, πολύφιλος
αρχ.
απιστόφιλος, απρόσφιλος, αρηΐφιλος, αρχίφιλος, ασύμφιλος, γραόφιλος, διαλυσίφιλος, διΐφιλος, θεόφιλος, καινόφιλος, καιρόφιλος, κακόφιλος, καλόφιλος, κυστόφιλος, λογόφιλος μεγαλόφιλος, μεσόφιλος, μυριόφιλος, παιδόφιλος, πάμφιλος, πασίφιλος, πονηρόφιλος, υμνόφιλος, φανερόφιλος, φιλόφιλος, χρηστόφιλος, χρυσόφιλος
νεοελλ.
αγγλόφιλος, αερόφιλος, αιμόφιλος, ακανθόφιλος, αμφιφυλόφιλος, ανεμόφιλος, ανθόφιλος, αρχαιόφιλος, ασβεστόφιλος, βιβλιόφιλος, γαλλόφιλος, γαστρόφιλος, γερμανόφιλος, γυναικόφιλος, δασόφιλος, δενδρόφιλος, εικονόφιλος, ειρηνόφιλος, εντομόφιλος, ζωόφιλος, ηλιόφιλος, θεατρόφιλος, θερμόφιλος, ιταλόφιλος, κινηματογραφόφιλος, μαλακόφιλος, μουσικόφιλος, μυρμηκόφιλος, νεκρόφιλος, ξενόφιλος, ξηρόφιλος, ομοφυλόφιλος, ορνιθόφιλος, ουδετερόφιλος, παλιόφιλος, ποδοσφαιρόφιλος, ποταμόφιλος, ρωσόφιλος, σαπρόφιλος, σκιόφιλος, σλαβόφιλος, σπερμόφιλος, υγρόφιλος, υδρόφιλος, ψυχρόφιλος
β) συνθετικό σε -φιλής: δημοφιλής, θεοφιλής, μουσοφιλής, προσφιλής
αρχ.
αλιφιλής, δυσφιλής, ευφιλής, κοινοφιλής, μετριοφιλής, μονοφιλής
νεοελλ.
λαοφιλής].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • φίλος — beloved masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φίλος — η, ο 1. αγαπητός, προσφιλής: Η φίλη Γαλλία. 2. αυτός που αγαπάει κάποιον, ο προσηλωμένος σε κάτι. 3. ως ουσ., φίλος, ο, φίλη, η και φιλενάδα, η και φιλινάδα, η άτομο με το οποίο συνδέεται κανείς με αμοιβαία εκτίμηση, αγάπη και αφοσίωση: Του… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φίλος — [филос] ουσ. а. друг …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Φίλος μὲν Σωκράτης, ἀλλὰ φιλτάτη ἡ ἀλήθεια. — φίλος μὲν Σωκράτης, ἀλλὰ φιλτάτη ἡ ἀλήθεια. См. Варвара мне тетка, а правда сестра …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Φίλος, ἔφη, μία ψυχὴ δύο σώμασιν ἐνοικοῦσα. — φίλος, ἔφη, μία ψυχὴ δύο σώμασιν ἐνοικοῦσα. См. Одна думка одно и сердце …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Φίλος του Λαού — Τίτλος ελληνικών εφημερίδων. 1. Εβδομαδιαία αθηναϊκή εφημερίδα (1840 48). Από το 16o φύλλο της εκδιδόταν και στα γαλλικά και από το 219o μετονομάστηκε Φ. του Λ. της Γ’ Σεπτεμβρίου. 2. Εφημερίδα της Κεφαλλονιάς (1876). 3. Εφημερίδα της Πάτρας… …   Dictionary of Greek

  • Φίλος του Νόμου — Εφημερίδα της Ύδρας. Το πρώτο φύλλο είναι της 10ης Μαρτίου 1824 και το τελευταίο της 29ης Μαΐου 1827. Στις 28 Απριλίου 1824 μετονομάστηκε Εφημερίς της Διοικήσεως και της νήσου Ύδρας. Τα φύλλα της εφημερίδας αυτής είναι δυσεύρετα σήμερα …   Dictionary of Greek

  • Φίλος των Νέων — Η πρώτη χρονολογική ελληνική εφημερίδα της Σμύρνης. Ιδρύθηκε το 1831 από τον Αντ. Δαμιανό και ήταν εβδομαδιαία …   Dictionary of Greek

  • Ὦ φιλοι, οὐδεὶς φίλος. — ὦ φιλοι, οὐδεὶς φίλος. См. Друзей много, да друга нет …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ὦ φίλοι, οὐδεὶς φίλος. — ὦ φίλοι, οὐδεὶς φίλος. См. Знакомых тма, а друга нет …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.